είναι πάντα πιο εύκολο να αγαπήσεις αυτό που δεν έχεις;
κι αν ναι, γιατί τόσο λίγοι επαναστάτες;
Monday, March 15, 2021
Thursday, April 16, 2020
καλημέρα, όλα καλά
κι όμως κάθε πρωί ξυπνάει αρτιμελής
για το απαίδευτο μάτι όλα είναι στη θέση τους, ακόμα και το χαμόγελο, όλα είναι εντάξει
βλέπεις, ο οφθαλμός εξελίχθηκε για να μπορεί να διακρίνει όσα αντανακλούν το φως, την επιφάνεια, το κέλυφος, ποτέ πιο μέσα
πάλι καλά δηλαδή
αλλιώς τι χρηστικότητα θα είχαν οι τοίχοι, οι κουρτίνες του μπάνιου ή τα φανταχτερά περιτυλίγματα για τα κουτιά δώρων με τους κόκκινους φιόγκους;
τα πάντα εν φαινομενική σοφία εποίησε ο κύριος
κι έτσι κάθε πρωί, με επιταχυνόμενο βήμα, συντελείται ξανά και ξανά μια αθόρυβη, σχεδόν ανεπαίσθητη κατάρρευση
κι είναι αλήθεια, στη διάρκεια της μέρας, ακόμα κι αν κολλήσεις τ αυτί σου στο στέρνο του και κρατήσεις την ανάσα σου
ίσως να μην ακούσεις τι βαριές που ανεβοκατεβαίνουν με ρυθμό γκρεμίζοντας τα εσωτερικά του θεμέλια
μόνο το βράδυ, όταν κλείσουν τα γραφεία, αφού αδειάσουν τα καταστήματα και γυρίσουν οι άνθρωποι στους δικούς τους
μόνο τότε θα αρχίσει να φτάνει στα ρουθούνια η μυρωδιά του καμένου, καθώς οι πνεύμονες θα ξεχειλίζουν με μαύρο καπνό
τότε εκείνος θα κάτσει στην πολυθρόνα του και θα νιώσει την πρώτη τομή στους τένοντες στο πίσω μέρος των ποδιών, εκεί περίπου στο ύψος των αστραγάλων
μετά θα βρει με τα δάχτυλα, πίσω απ το δεξί του αυτί, την άκρη της ραφής και θα τραβήξει με δύναμη να ξηλώσει το δέρμα του προσώπου του
κι ύστερα με τα δόντια του, μέσα στο χωρίς χείλη στόμα του, θα αρχίσει να μασάει τη σάρκα του
τέλος, θα ανοίξει το στέρνο του, θα ψάξει με το χέρι μέσα στη στάχτη για την καρδιά, κι όταν την βρει θα την σφίξει ώσπου εκείνη να πάψει να πάλλεται και να τον πάρει ο ύπνος
κι όταν ξυπνήσει το πρωί, όλα θα είναι όπως κάθε πρωί, στην θέση τους, έτοιμα να συναντήσουν τα βλέμματα
ένας μικρός αντίποδας για το το γιοφύρι της Άρτας
για το απαίδευτο μάτι όλα είναι στη θέση τους, ακόμα και το χαμόγελο, όλα είναι εντάξει
βλέπεις, ο οφθαλμός εξελίχθηκε για να μπορεί να διακρίνει όσα αντανακλούν το φως, την επιφάνεια, το κέλυφος, ποτέ πιο μέσα
πάλι καλά δηλαδή
αλλιώς τι χρηστικότητα θα είχαν οι τοίχοι, οι κουρτίνες του μπάνιου ή τα φανταχτερά περιτυλίγματα για τα κουτιά δώρων με τους κόκκινους φιόγκους;
τα πάντα εν φαινομενική σοφία εποίησε ο κύριος
κι έτσι κάθε πρωί, με επιταχυνόμενο βήμα, συντελείται ξανά και ξανά μια αθόρυβη, σχεδόν ανεπαίσθητη κατάρρευση
κι είναι αλήθεια, στη διάρκεια της μέρας, ακόμα κι αν κολλήσεις τ αυτί σου στο στέρνο του και κρατήσεις την ανάσα σου
ίσως να μην ακούσεις τι βαριές που ανεβοκατεβαίνουν με ρυθμό γκρεμίζοντας τα εσωτερικά του θεμέλια
μόνο το βράδυ, όταν κλείσουν τα γραφεία, αφού αδειάσουν τα καταστήματα και γυρίσουν οι άνθρωποι στους δικούς τους
μόνο τότε θα αρχίσει να φτάνει στα ρουθούνια η μυρωδιά του καμένου, καθώς οι πνεύμονες θα ξεχειλίζουν με μαύρο καπνό
τότε εκείνος θα κάτσει στην πολυθρόνα του και θα νιώσει την πρώτη τομή στους τένοντες στο πίσω μέρος των ποδιών, εκεί περίπου στο ύψος των αστραγάλων
μετά θα βρει με τα δάχτυλα, πίσω απ το δεξί του αυτί, την άκρη της ραφής και θα τραβήξει με δύναμη να ξηλώσει το δέρμα του προσώπου του
κι ύστερα με τα δόντια του, μέσα στο χωρίς χείλη στόμα του, θα αρχίσει να μασάει τη σάρκα του
τέλος, θα ανοίξει το στέρνο του, θα ψάξει με το χέρι μέσα στη στάχτη για την καρδιά, κι όταν την βρει θα την σφίξει ώσπου εκείνη να πάψει να πάλλεται και να τον πάρει ο ύπνος
κι όταν ξυπνήσει το πρωί, όλα θα είναι όπως κάθε πρωί, στην θέση τους, έτοιμα να συναντήσουν τα βλέμματα
ένας μικρός αντίποδας για το το γιοφύρι της Άρτας
Monday, February 10, 2020
Saturday, June 15, 2019
τα τι τι
Αν κάποτε γίνω κάτι ίσως αυτό να είναι βαλς,
ένα παρ' ολίγον ταξίδι
δεμένος με σχοινί από τον ρυθμό του 3/4
και με το βάρος των έως τότε, κρεμασμένος σαν εκκρεμές ρολογιού
μια πτώση σε αναστολή
μια αιώρηση, μια ταλάντωση
σαν εκκρεμότητα
κάτι μελωδικό κι ανάλαφρο
που θα σέρνει για πάντα στο βήμα μια θλίψη
σαν πτυχές σε φουστάνι
μια εφήμερη παύση του τώρα
με μικρές περιστροφές και προσποιητή σκοπιμότητα
μια νοσταλγία σε σταθερό βηματισμό
κάτι παλιό, κάτι απόμακρο πια
σαν αναπόληση
Αν κάποτε γίνω κάτι ίσως αυτό να είναι ανάμνηση
ένα παρ' ολίγον ταξίδι
μια γλυκιά ψευδαίσθηση πως χορεύεις
χωρίς να ξεφεύγειςδεμένος με σχοινί από τον ρυθμό του 3/4
και με το βάρος των έως τότε, κρεμασμένος σαν εκκρεμές ρολογιού
μια πτώση σε αναστολή
μια αιώρηση, μια ταλάντωση
σαν εκκρεμότητα
κάτι μελωδικό κι ανάλαφρο
που θα σέρνει για πάντα στο βήμα μια θλίψη
σαν πτυχές σε φουστάνι
μια εφήμερη παύση του τώρα
με μικρές περιστροφές και προσποιητή σκοπιμότητα
μια νοσταλγία σε σταθερό βηματισμό
κάτι παλιό, κάτι απόμακρο πια
σαν αναπόληση
Αν κάποτε γίνω κάτι ίσως αυτό να είναι ανάμνηση
Sunday, January 20, 2019
Μπορώ να
Μπορώ να γράψω τα πιο θλιμμένα λόγια αυτό το βράδυ.
Να γράψω για παράδειγμα: "Η νύχτα έναστρη και τρέμουν γαλάζια τ αστέρια στο βάθος". Τ αγέρι περιστρέφεται στο στερέωμα τραγουδώντας.
Μπορώ να γράψω τα πιο θλιμμένα λόγια αυτό το βράδυ.
Κάτι βράδια σαν αυτό, την κρατούσα στην αγκαλιά μου.
Την φιλούσα ξανά και ξανά κάτω από τον απέραντο ουρανό.
Με αγαπούσε, και ήταν φορές που την αγαπούσα κι εγώ.
Πως θα μπορούσε κάποιος να μην αγαπήσει τα μεγάλα ακίνητα μάτια της.
Μπορώ να γράψω τα πιο θλιμμένα λόγια αυτό το βράδυ.
Και τα λόγια πέφτουν και σκεπάζουν την ψυχή όπως η δροσιά το γρασίδι.
Τι νόημα έχει πως η αγάπη μου δεν μπόρεσε να την κρατήσει.
Αυτό το βράδυ τ αστέρια ραγίζουν τη νύχτα κι εκείνη δεν είναι μαζί μου. Αυτό είναι όλο. Κάπου στο βάθος κάποιος τραγουδά. Κάπου μακριά μου.
Η ψυχή μου δεν είναι χαρούμενη που την έχασε.
Την αναζητά το βλέμμα μου σαν να παλεύει να μειώσει την απόσταση.
Την αναζητά η καρδιά μου κι εκείνη δεν είναι μαζί μου.
Αυτό το ίδιο βράδυ που φωτίζει αυτά τα ίδια δέντρα.
Εμείς, εκείνου του κάποτε, δεν είμαστε πια ίδιοι.
Δεν την αγαπώ πια, είναι αλήθεια, μα πόσο την αγαπούσα.
Για πόσο η φωνή μου έψαχνε αέρα να αγγίξει τ αυτί της.
Άλλου. Τώρα θα είναι κάποιου άλλου. Όπως και πριν τα φιλιά μου.
Η φωνή της, το άσπιλο σώμα της. Το άπειρο των ματιών της.
Δεν την αγαπώ πια, είναι αλήθεια, μα ίσως την αγαπώ.
Ν αγαπάς κρατά τόσο λίγο, να λησμονείς τόσο πολύ.
Γιατί κάτι βράδια σαν αυτό, την κρατούσα στην αγκαλιά μου.
Η ψυχή μου δεν είναι χαρούμενη που την έχασε.
Να γράψω για παράδειγμα: "Η νύχτα έναστρη και τρέμουν γαλάζια τ αστέρια στο βάθος". Τ αγέρι περιστρέφεται στο στερέωμα τραγουδώντας.
Μπορώ να γράψω τα πιο θλιμμένα λόγια αυτό το βράδυ.
Την αγαπούσα, και ήταν φορές που με αγαπούσε κι εκείνη.
Κάτι βράδια σαν αυτό, την κρατούσα στην αγκαλιά μου.
Την φιλούσα ξανά και ξανά κάτω από τον απέραντο ουρανό.
Με αγαπούσε, και ήταν φορές που την αγαπούσα κι εγώ.
Πως θα μπορούσε κάποιος να μην αγαπήσει τα μεγάλα ακίνητα μάτια της.
Μπορώ να γράψω τα πιο θλιμμένα λόγια αυτό το βράδυ.
Στη σκέψη πως δεν την έχω. Στην αίσθηση πως την έχω χάσει.
Στον θόρυβο της απέραντης νύχτας, την ακόμα πιο απέραντη δίχως εκείνη.Και τα λόγια πέφτουν και σκεπάζουν την ψυχή όπως η δροσιά το γρασίδι.
Τι νόημα έχει πως η αγάπη μου δεν μπόρεσε να την κρατήσει.
Αυτό το βράδυ τ αστέρια ραγίζουν τη νύχτα κι εκείνη δεν είναι μαζί μου. Αυτό είναι όλο. Κάπου στο βάθος κάποιος τραγουδά. Κάπου μακριά μου.
Η ψυχή μου δεν είναι χαρούμενη που την έχασε.
Την αναζητά το βλέμμα μου σαν να παλεύει να μειώσει την απόσταση.
Την αναζητά η καρδιά μου κι εκείνη δεν είναι μαζί μου.
Αυτό το ίδιο βράδυ που φωτίζει αυτά τα ίδια δέντρα.
Εμείς, εκείνου του κάποτε, δεν είμαστε πια ίδιοι.
Δεν την αγαπώ πια, είναι αλήθεια, μα πόσο την αγαπούσα.
Για πόσο η φωνή μου έψαχνε αέρα να αγγίξει τ αυτί της.
Άλλου. Τώρα θα είναι κάποιου άλλου. Όπως και πριν τα φιλιά μου.
Η φωνή της, το άσπιλο σώμα της. Το άπειρο των ματιών της.
Δεν την αγαπώ πια, είναι αλήθεια, μα ίσως την αγαπώ.
Ν αγαπάς κρατά τόσο λίγο, να λησμονείς τόσο πολύ.
Γιατί κάτι βράδια σαν αυτό, την κρατούσα στην αγκαλιά μου.
Η ψυχή μου δεν είναι χαρούμενη που την έχασε.
Ακόμα κι αν είναι αυτός ο τελευταίος πόνος που μου δίνει,
ακόμα κι αν είναι αυτά τα τελευταία λόγια που της γράφω.
[Puedo escribir los versos más tristes esta noche - Pablo Neruda]
[Puedo escribir los versos más tristes esta noche - Pablo Neruda]
Thursday, January 10, 2019
κοίτα
κάτι έχει στοιχειώσει το βλέμμα μου
τα μάτια μου δεν ηρεμούν ώσπου να βρουν κάτι να το θυμίσει
και μόνο τότε σταματά η ταλάντωση
τότε μ αφήνουν και ταξιδεύουν στον χρόνο
στα θαμμένα από το χιόνι βουνά του κάποτε
στις άκαρπες κοιλάδες του ίσως
γκρεμός το γιατί
άδικη λέξη
τα μάτια μου δεν ηρεμούν ώσπου να βρουν κάτι να το θυμίσει
και μόνο τότε σταματά η ταλάντωση
τότε μ αφήνουν και ταξιδεύουν στον χρόνο
στα θαμμένα από το χιόνι βουνά του κάποτε
στις άκαρπες κοιλάδες του ίσως
γκρεμός το γιατί
άδικη λέξη
Thursday, December 27, 2018
Pablo Neruda
*.
That is why when I heard your voice repeat
Come with me, it was as if you had let loose
the grief, the love, the fury of a cork-trapped wine
**.
as if everything that exists, (..) were little boats that sail
toward those isles of yours that wait for me.
I.
To survive myself I forged you like a weapon
VI.
grey beret, voice of a bird, heart like a house
toward which my deep longings migrated
and my kisses fell, happy as embers.
VII.
Leaning into the afternoons I cast my sad nets
towards your oceanic eyes
VIII.
I am the one without hope, the word without echoes,
he who lost everything and he who had everything.
X.
Always, always you recede through the evenings
towards where the twilight goes erasing statue
XI.
it is time to take another road, on which she does not smile.
(..) why touch her now, why make her sad.
XIII.
Between the lips and the voice something goes dying.
Something with the wings of a bird, something of anguish and oblivion.
XIV.
I want
to do with you what spring does with the cherry trees.
XIX.
Everything bears me farther away, as though you were noon.
XX.
The same night whitening the same trees.
We, of that time, are no longer the same.
I no longer love her, that's certain, but how I loved her.
My voice tried to find the wind to touch her hearing.
Another's. She will be another's. As she was before my kisses.
Her voice, her bright body. Her infinite eyes.
I no longer love her, that's certain, but maybe I love her.
Love is so short, forgetting is so long.
Subscribe to:
Posts (Atom)